Άρνικα Μοντάνα άνθος

Screen-Shot-2012-07-18-at-3.43.34-PM
Η άρνικα αναφέρεται ότι κατέχει τοπικές αντιερεθιστικές ιδιότητες. Έχει χρησιμοποιηθεί για χιονίστρες, νευρωτική αλωπεκία, δαγκώματα εντόμων, ουλίτιδα, αφθώδη έλκη, ρευματοειδείς ενοχλήσεις και ειδικότερα διαστρέμματα και μώλωπες. Εξωτερικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε αιματώματα, εξαρθρώσεις, μώλωπες, οιδήματα οφειλόμενα σε θλάση, ρευματοειδείς πόνους των μυών και των αρθρώσεων, φλεγμονή της στοματικής κοιλότητας και του λάρυγγα, δοθιήνωση, φλεγμονή από δάγκωμα ή άγγιγμα εντόμου και επιφανειακή φλεβίτιδα.

Η άρνικα αναφέρεται ότι κατέχει τοπικές αντιερεθιστικές ιδιότητες. Έχει χρησιμοποιηθεί για χιονίστρες, νευρωτική αλωπεκία, δαγκώματα εντόμων, ουλίτιδα, αφθώδη έλκη, ρευματοειδείς ενοχλήσεις και ειδικότερα διαστρέμματα και μώλωπες. Εξωτερικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε αιματώματα, εξαρθρώσεις, μώλωπες, οιδήματα οφειλόμενα σε θλάση, ρευματοειδείς πόνους των μυών και των αρθρώσεων, φλεγμονή της στοματικής κοιλότητας και του λάρυγγα, δοθιήνωση, φλεγμονή από δάγκωμα ή άγγιγμα εντόμου και επιφανειακή φλεβίτιδα.

Περιγραφή Προϊόντος
Η λατινική ονομασία του βοτάνου είναι arnica Montana (αρνική η ορεινή) και ανήκει στην οικογένεια των συνθέτων. Είναι φυτό που συναντούμε στην κεντρική και νότια Ευρώπη, μέση Ασία και βόρειο Αμερική. Είναι διαδεδομένη στις ορεινές περιοχές, στα όξινα εδάφη, σε λιβάδια και τυρφώδεις περιοχές, μέχρι αρκετά ψηλά στα ορεινά.

Είναι πολυετής πόα που φτάνει τα 20 έως 60 εκατοστά. Έχει όρθιο στέλεχος, χνουδωτό, όχι πολύ διακλαδισμένο. Τα φύλλα είναι ωοειδή, σε βασικό ρόδακα, απλωμένα πάνω από το έδαφος. Κεφάλι με ζωηρό κίτρινο χρώμα και μεγάλα περιφερειακά γλωσσωτά άνθη.

Ανθίζει από τον Ιούνιο έως τον Αύγουστο. Το φυτό περιέχει αιθέριο έλαιο, τερπενικές αλκοόλες (την αρνιδιόλη και την φαραδιόλη), πικρά γλυκοσίδια, αλκαλοειδή, πολυακετυλένια, φλαβονικά ετεροσίδια (την καμπφερόλη και την κερσετόλη) και τανίνη.

Για θεραπευτικούς λόγους χρησιμοποιούνται τα άνθη του φυτού. Οι θεραπευτικές ιδιότητες της Άρνικής , ήταν γνωστές από τις αρχαίες γερμανικές φυλές.

Η δράση του βοτάνου είναι αντιφλεγμονώδης και επουλωτική.

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι η Άρνικα είναι εξαιρετικά τοξική και για τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να λαμβάνεται εσωτερικά. Μόνο το ομοιοπαθητικό παρασκεύασμα είναι απολύτως ασφαλές για εσωτερική χρήση.

Δεν επιτρέπεται λοιπόν να την πίνουμε, αλλά είναι ένα από τα καλύτερα ιάματα για εξωτερική τοπική θεραπεία και μπορεί να θεωρηθεί ειδικό βότανο για την θεραπεία μωλωπισμών και διαστρεμμάτων. Το ίδιο το βότανο χρησιμοποιούμενο εξωτερικά βοηθά στην ανακούφιση από τους ρευματικούς πόνους, τον πόνο και τη φλεγμονή της φλεβίτιδας και των άλλων παρόμοιων παθήσεων. Μάλιστα μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε περίπτωση όπου υπάρχει πόνος ή φλεγμονή του δέρματος, αρκεί να μην υπάρχουν εκδορές και αμυχές σε εκείνο το σημείο.

Η χρήση του βοτάνου εσωτερικά όπως αναφέραμε στην αρχή απαγορεύεται. Αν πάρουμε μεγάλες ποσότητες από το βότανο αυτό μπορεί να προκαλέσει εμετό, πονοκέφαλο, σπασμούς, κρύους ιδρώτες ακόμη και αιμορραγίες. Όλα αυτά τα συμπτώματα μπορεί να είναι τόσο σοβαρά ώστε να οδηγήσουν και στο μοιραίο ακόμη. Σε περίπτωση δηλητηριάσεως, το αντίδοτο είναι το όπιο και η τανίνη.

Η εξωτερική χρήση λοιπόν του βοτάνου υπό τη μορφή βάμματος για επαλείψεις είναι πολύ χρήσιμη, αρκεί να μην υπάρχει λύση της συνέχειας του δέρματος στο σημείο επάλειψης. Το βάμμα παρασκευάζεται ως εξής. Ρίχνουμε μισό λίτρο αλκοόλης 70% σε 50 γραμμάρια φρεσκοκομμένων λουλουδιών. Σφραγίζουμε καλά το μίγμα σε ένα διαφανές γυάλινο δοχείο και το αφήνουμε για μία εβδομάδα στον ήλιο ή σε ζεστό μέρος. Το σουρώνουμε και το βάζουμε σε ένα δοχείο που σφραγίζει καλά. Το φυλάμε σε μέρος σκοτεινό και δροσερό. Για την παρασκευή λοσιόν μπορεί να συνδυασθεί με αποσταμένη Αμαμηλίδα.

Bottom of Form